απειθώ


απειθώ
απειθώ, απείθησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απειθώ — (AM ἀπειθῶ, έω) είμαι απειθής, ανυπάκουος …   Dictionary of Greek

  • απειθώ — ησα, δεν υπακούω στις εντολές κάποιων ανώτερών μου: Ο μαθητής απείθησε στην εντολή του καθηγητή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπειθῶ — ἀπειθέω to be disobedient pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀπειθέω to be disobedient pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανηκουστώ — ἀνηκουστῶ ( έω) (Α) δεν θέλω να ακούσω, δεν υπακούω, παρακούω, απειθώ …   Dictionary of Greek

  • απειθαρχώ — ( έω) είμαι απείθαρχος, απειθώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + πειθαρχώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • απιστώ — (AM ἀπιστῶ, έω) 1. δεν πιστεύω στον θεό 2. δείχνομαι άπιστος, απειθώ σε κάποιον, παρακούω 3. προδίδω νεοελλ. αποσκιρτώ, αυτομολώ μσν. νεοελλ. 1. προδίδω τη συζυγική ή ερωτική πίστη 2. προδίδω τη θρησκευτική μου πίστη, αλλαξοπιστώ μσν. επαναστατώ… …   Dictionary of Greek

  • νηκουστώ — νηκουστῶ, έω (Α) [νήκουστος] δεν ακούω, απειθώ, είμαι ανυπάκουος …   Dictionary of Greek

  • παρακούω — ΝΜΑ 1. ακούω άλλο αντί άλλου, ακούω κάτι διαφορετικά από ό,τι λέγεται, ακούω κάτι εσφαλμένα («παρορῶσί τε καὶ παρακούουσι καὶ παρανοοῡσι πλεῑστα», Πλάτ.) 2. αντιλαμβάνομαι πλημμελώς, παρανοώ 3. επιδεικνύω απείθεια, ανυπακοή σχετικά με εντολή που… …   Dictionary of Greek

  • παρακροώμαι — άομαι, ΜΑ (μσγ.) ακούω κατά τύχη, τυχαία αρχ. απειθώ, παρακούω. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἀκροῶμαι «ακούω»] …   Dictionary of Greek

  • παραπικραίνω — ΝΜΑ 1. δυσαρεστώ κάποιον πάρα πολύ, στενοχωρώ κάποιον υπέρμετρα 2. πικραίνομαι πολύ, θλίβομαι («τίνες γὰρ ἀκούσαντες παρεπίκραναν;», ΚΔ) νεοελλ. κάνω κάτι πάρα πολύ πικρό αρχ. απειθώ, παρακούω κάποιον («εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τοῡ θεοῡ, αὗτός ἐστιν ὅς… …   Dictionary of Greek